Αναζήτηση θέματος:

Αλδοστερόνωμα (Σύνδρομο Conn)



Το αλδοστερόνωμα είναι ένα καλοήθες ογκίδιο του φλοιού του επινεφριδίου που εκκρίνει ανεξέλεγκτες ποσότητες αλδοστερόνης με αποτέλεσμα την κατακράτηση του άλατος στον οργανισμό και την μεγάλη αποβολή ιόντων καλίου. Συνήθως πρόκειται για ένα μικρό ογκίδιο, καλώς περιγεγραμμένο στην περιφέρεια του επινεφριδίου, ενώ σε μερικές περιπτώσεις δεν υπάρχει ογκίδιο αλλά μια οζώδης υπερπλασία του αδένα.

Συμπτώματα
Η υπέρταση σε συνδυασμό με χαμηλές τιμές καλίου (Κ ) στο αίμα είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της νόσου. Συνήθως η υπέρταση είναι ήπια και δεν απασχολεί ιδιαίτερα τoν άρρωστο με αποτέλεσμα να μείνει για χρόνο αδιάγνωστη ή χαρακτηρισμένη ως «νευροπίεση».

Διάγνωση

Στον βιοχημικό και ορμονολογικό έλεγχο παρατηρούνται χαμηλά επίπεδα καλίου και ρενίνης και υψηλά επίπεδα αλδοστερόνης στο αίμα. Η αξονική τομογραφία των επινεφριδίων πρέπει να γίνει με λεπτές τομές για να εντοπιστεί ο μικρός όγκος.
Στις σπάνιες περιπτώσεις όπου τα βιοχημικά και ορμονολογικά αποτελέσματα θέτουν τη διάγνωση του αλδοστερονώματος ενώ δεν απεικονίζεται όγκος στην αξονική τομογραφία, μπορεί να γίνει, από έμπειρο επεμβατικό ακτινολόγο, ένας εκλεκτικός φλεβικός καθετηριασμός μέχρι τις επινεφριδιακές φλέβες και προσδιορισμός των επιπέδων της αλδοστερόνης και ρενίνης χωριστά για την κάθε πλευρά.

Θεραπεία

Η λαπαροσκοπική επινεφριδεκτομή του αδένος που έχει το αλδοστερόνωμα αποτελεί την ενδεδειγμένη θεραπεία. Στην πλειοψηφία τους οι ασθενείς απαλλάσσονται από την υπέρταση και το χαμηλό κάλιο και από τις συνέπιες τους. Σε μερικές περιπτώσεις με χρόνιο υπεραλδοστερονισμό η υπέρταση μπορεί να παραμένει μετά το χειρουργείο εξαιτίας των μη αναστρέψιμων βλαβών των αγγείων που δημιούργησε η χρόνια υπέρταση.
Στους ασθενείς με διαπιστωμένη δυσλειτουργία του επινεφριδίου οφειλόμενη σε υπερπλασία του φλοιού χωρίς την παρουσία ογκιδίου, δεν συνιστάται χειρουργική αφαίρεση.

Επιστροφή